Αποτελεσματικότητα της παγίδας ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ
Η αποτελεσματικότητα της παγίδας ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ έχει τεκμηριωθεί από ανεξάρτητα πειράματα, τα οποία έχουν διεξαχθεί και εποπτευθεί από ανεξάρτητους φορείς. Στη συνέχεια παρατίθενται συνοπτικά τα αποτελέσματα τριών από αυτά.
1. Πείραμα στη Μονή Τοπλού
Το πείραμα διεξήχθη στην περιοχή της Μονής Τοπλού, στον Δήμο Ιτάνου του Νομού Λασιθίου κατά τις ελαιοκομικές περιόδους 2003 και 2004. Η έκταση του πειραματικού αγρού ήταν 240 στρέμματα. Η ανάρτηση των παγίδων «ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ» στα ελαιόδεντρα έγινε το 1ο 10ήμερο του Ιουνίου και η πυκνότητα ήταν 15 παγίδες ανά στρέμμα. Παράλληλα, γινόταν δειγματοληψία καρπών από τα 5 αυτά κέντρα.
Τα αποτελέσματα από τους αγρούς με τη ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ συγκρίθηκαν με τα στοιχεία που προέκυψαν από τους ελαιώνες όπου εφαρμόστηκε το Πρόγραμμα Δακοκτονίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Οι πληθυσμοί των ακμαίων του δάκου είχαν στατιστικώς σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο επεμβάσεων και για τα δύο έτη (p<0,001 και p<0,000 αντίστοιχα), της παγίδευσης δηλαδή με τη ‘ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ’ και της διενέργειας δολωματικών ψεκασμών. Οι μέσες συλλήψεις στους ελαιώνες που εφαρμόστηκε η ‘ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ’ είναι μικρότερες (5,68 και 16,25 δάκοι/παγίδα/πενθήμερο για το 2003 και 2004 αντίστοιχα) σε σχέση με τους ελαιώνες όπου εφαρμόστηκαν δολωματικοί ψεκασμοί (17 και 53,17 δάκοι/παγίδα/πενθήμερο για το 2003 και 2004 αντίστοιχα).
Αναφορικά με τον προσβολή των καρπών κατά το έτος 2003 βρέθηκε ότι στατιστικώς σημαντικά χαμηλότερες τιμές έχουμε για το 3ο προνυμφικό στάδιο (p=0,033), τον αριθμό των νυμφών (p=0,041), τον αριθμό των εξόδων (p<0,001) και το σύνολο των νυγμάτων (p=0,036). Για το 2004, βρέθηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές για όλες τις μεταβλητές, εκτός από τα προνυμφικά στάδια 1 και 2 της πρώτης δειγματοληψίας. Στατιστικά σημαντική ήταν η διαφορά αναφορικά με τη συνολική προσβολή (F=24,035, p<0,001). Οι χαμηλότερες προσβολές μετρήθηκαν στη 2η δειγματοληψία του 2003 και στις δύο του 2004 στην εφαρμογή της παγίδας ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ.
Τα αποτελέσματα των πειραμάτων δείχνουν με σαφήνεια ότι οι πληθυσμοί του δάκου στους ελαιώνες όπου τοποθετήθηκε δίκτυο παγίδων τύπου ‘ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ’ είναι μικρότεροι σε σχέση με τους πληθυσμούς σε ελαιώνες που εφαρμόστηκαν δολωματικοί ψεκασμοί από τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης του Ν. Λασιθίου, τουλάχιστον για την περιοχή πειραματισμού και τα έτη 2003 και 2004. Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνονται με τη στατιστική επεξεργασία. Επιπρόσθετα, καρποί από τις περιοχές πειραματισμού δείχνουν επίσης την υπεροχή του δικτύου παγίδευσης με την ‘ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ’, καθώς σε όλες τις δειγματοληψίες (δύο το 2003 και δύο το 2004) η συνολική προσβολή ήταν χαμηλότερη.
Δείτε αναλυτικά τα αποτελέσματα του πειράματος
field-test-lasithi-2003-4.pdf
2. Πείραμα από το Τ.Ε.Ι. Κρήτης
Το πείραμα πραγματοποιήθηκε το 2007 σε έκταση διπλά στο χωριό Βιράν Επισκοπή Ρεθύμνου από την καθηγήτρια Παπαδάκη Μαρία για λογαριασμό του εργαστήριου εντομολογίας του Τ.Ε.Ι. Κρήτης. Εφαρμόστηκε η μαζική παγίδευση με ‘ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ’ σε μη απομονωμένο ελαιώνα 20.000 δέντρων και έγινε σύγκριση με δολωματικούς ψεκασμούς με spinosad. Η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων δεν έδειξε στατιστικώς σημαντική διαφορά μεταξύ των επεμβάσεων (συμβατικός, βιολογικός) για καμία από τις τρεις παραμέτρους, δηλαδή αρσενικά, θηλυκά και συνολικός πληθυσμός (p=0,937, p=0,831 και p=0,885 αντίστοιχα), αλλά ούτε και για τον αριθμό των νυγμάτων (p=0,713).
Συνεπώς, η ‘ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ’ μπορεί να θεωρηθεί ένα προϊόν τουλάχιστον ίσης αποτελεσματικότητας με τους δολωματικούς ψεκασμούς, σημαντικά χαμηλότερου όμως κόστους και σαφώς φιλικότερο προς το περιβάλλον και τα ωφέλιμα έντομα των ελαιώνων.
3. Πείραμα της εταιρείας ANADIAG
Στο πλαίσιο πειραματισμού από την εταιρεία ANADIAG, έγινε σύγκριση της αποτελεσματικότητας της παγίδας ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ και της ECO-TRAP. Το πείραμα αυτό έδειξε ότι το επίπεδο προσβολής ήταν πολύ μεγαλύτερο στον μάρτυρα συγκριτικά με τις δύο παγίδες, μεταξύ των οποίων δε βρέθηκε διαφορά ως προς την αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης.
4. Συμπερασματικά
Από τα παραπάνω πειράματα φαίνεται ότι η εφαρμογή της μαζικής παγίδευσης με την παγίδα ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματική με τους δολωματικούς ψεκασμούς.
Rhynchophorus ferrugineus F H κόκκινο σκαθάρι του φοίνικα
Τι μας επιφυλάσσει αυτό το έντομο ?
Η άποψη μας .
Ήταν ένας εχθρός καραντίνας που δεν αντιμετωπίστηκε όπως έπρεπε.
Οι φυσικοί εχθροί του είναι λίγοι και ακόμα λιγότεροι στην χωρά μας αφοί δεν έχουν εγκατασταθεί μαζί του .
Η αντιμετώπισή του είναι εξαιρετικά δύσκολη λόγο του ευκολίας πολλαπλασιασμού του εντόμου και το ότι μόνο ένα θηλυκό έντομο γενά 300 αυγά που είναι ικανά να καταστρέψουν ένα δεντρό , όπως επίσης και ότι τα συμπτώματα εμφανίζονται όταν η ζημιά έχει προκληθεί.
Παρακάτω είναι ένα άρθρο αναδημοσιευμένο που περιεχέι πληροφορίες για την ΙΝΔΙΑ που αντιμετωπίζει το πρόβλημα από πολύ παλιά …..πριν το 1891
Οι παγίδες κάθε τύπου ( Τροφικές, φερομονικές φέλλου η και συναθρίσεως) χρησιμοποιήθηκαν μαζί με όλα τα άλλα μέσα άλλα δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος να απαλαίνει κάνεις από την επέλαση του κόκκινου σκαθαριού.
A Brief Report on Red Palm Weevil Research in India
By
Dr.P.S.P.V. Vidyasagar
The Red Palm Weevil Rhynchophorus ferrugineus F. has been identified as an economically important pest of coconut palm (Coccos nucifera) and other palms more than a century back. In India coconut palms are grown in all the southern states with the highest numbers in the state of Kerala. The first information on the red palm weevil Rhynchophorus ferrugineus F. was published in 1891 in Indian Museum Notes (1891/3). This was supplemented by Lefroy in 1906. This was described as deadly insect pest of coconut palm throughout India. Ghosh (1912) gave a brief life history of the weevil. Fletcher (1914, 1917, 1919) described the biology and habits of the pest and suggested the destruction of all attacked dying and dead palms for the effective control in India.
Madan Mohan Lal (1917) reported it as a serious pest of date palm (Phoenyx dactylifera) in the Punjab region of India. Meckanna (1918) found considerable damage done by this pest to the date palms in India during 1916-17 and stated that mud enclosures round the trunk of the palms filled with water kept the palms safe from its attack. However, while giving a brief account of the biology and control measures Venkitasubban (1936) did not consider R. ferrugineus as a serious pest of coconut in Cochin (Kerala).
Economically speaking of the 40 millions coconut palms in Kerala (Cochin/Trivancore area) 0.5% was affected by the pest which accounts to 200,000 palms every year in 1950s in India. Lever, (1979) in his book reported that in Kerala that nearly 5% of palms below the age of 10 years were killed annually by this pest.
In young coconut plantations crown, trunk and bole are the natural sites of damage. In older plantations only crowns are infested. Many a time the insect completes several generations inside the crown or trunk feeding on the inner tissues until the trunk or crown becomes hollow and tree gets killed. After the death of the palm adult weevils come out and seek fresh trees to attack. The legless larvae are yellowish, stout and make galleries inside the tree for about 2-4 months. The adult weevils live for 3-4 months. The females are known to be attracted strongly to the fermenting sap oozing out of wounds in the trunk or the leaf bases. Vidyasagar and Bhat (1991) in their review detailed the research work done on various coconut pests.
Nirula (1956a) studied the biology of the insect in a more detailed way. He described the physical attributes and duration of different stages viz., egg, larva, pupa and adult. Besides, feeding behaviour and mating behaviour were well studied. Male to female ratio was reported to be 1.32:1 by Nirula (1956a). Males are reported to be predominant in nature. Fertility of eggs was reported as 79%. Average larval period was 55 days (36-71 range). Pupal period was 15 days and adults remained inside cocoon after emergence for about 8 days. Adult life on an average was 81 days.
Host plants
Almost all palms are attacked by RPW. It is more frequently found in coconut, date palm, sago palm and wild date or toddy palm, Phoenyx sylvestris. Other palms damaged by the weevil include palmyrah, Borassus flabellifer, oil palm Elaeis guineenis, the talipot palm Corypha umbraculifer, the sugar palm Arenga sacharifera, the sedang palm Livistonia cochinchinensis etc.
Control measures
Effect of different pesticides against adult and larval stages was studied by Nirula (1956b). DDT, Benzene hexachloride, Toxaphene, Chlordane, and Pyrethrins- Piperonly butoxide on larvae and adults tested in laboratories and field. The best results were obtained with piperonyl butoxide both for larva and adult stages.
Out of several insecticides tried Pyrocon E 1% when injected into infested trees gave the best results (Nirula, Antonhy and Menon, 1953a). As prophylactic measure, the leaf axils of young palms may be filled with sand and BHC 5% or chlordane dust in equal proportion as in the case of Oryctes damage. An adult mortality of 92% at 0.5% and 100 per cent at 1.0% concentration of endrin was reported by Mathen and Kurian (1962).
By injecting the infested trees with carbaryl 1.0% nearly 93% palms were cured (Mathen and Kurian, 1967). Subsequently Rao, Subramanian and Abraham (1973) achieved good success by placing aluminium phosphide tablets (fumigant) inside the damaged portion. Among several insecticides tested trichlorphon 0.2% gave the best results with 92% recovery of infested palms (Abraham, Koya and Kurian, 1975).
Root feeding method was used in some instances for the control of RPW. In this method monocrotophos or any other systemic insecticide is diluted with water and fed to the infested palm through the active root. The insecticide is absorbed and translocated to all parts of the plant resulting in the death of active feeding stages of the insect. However, in this case the pupal stages would escape from the effect of the pest. Another aspect which is of concern with this method is the pesticide residues in the tender coconut water and kernel. Hence this method is discouraged.
Biological control
In India no Scoliid wasp has been found to parasitize RPW larvae at any stage. Mites are seen on pupae and adults. About three species of mites have been described from the body of the insect.
A few pathogens were tried against the immature stages of the RPW in India. However, none of them was effective in the field.
Trapping with Food baits
A trap for the collection of R. palmarum was developed by Maharaj (1965) in Trinidad. When this method consisting of traps with split fresh coconut petioles was tested in one estate in Sri Lanka 302 red palm weevils (R. ferrugineus ) were recovered from 10 traps in 141 days (Ekanayake 1970). The trapping method was modified with the addition of sugarcane and yeast to the split petioles. By mixing the traps with BHC 50WP (2g/trap) the trapped weevils could also be killed (Anonymous, 1988).
Sterility technique
Attempts have been made to develop control measures against RPW making use of the sterile insect techniques with radioisotopes (Kloft et al, 1986: Kloft, Koerner and Wolfram, 1986). However, the results on the application of this technique in the field and its success are not available from any country.
The Bhaba Atomic Research Council (BARC) (India) (1980s) in collaboration with CPCRI conducted a number of studies on the sterile insect techniques. They have found the exact amounts of radiation required to sterilize an adult weevil and its effect on the mating behavior. However, due to practical difficulties the methods could not be taken to the field.
Electronic Detectors
As the early detection of the damage in a palm is difficult some attempts have been made to develop simple electronic device for detecting infestation. The principle involved in the amplification of the chewing noises generated by the grubs inside the trunk of a palm. After a series of experiments some electronic devices were developed for detecting the noises(Anonymous, 1989). Again the difficulties encountered in the field testing did not allow further development of such devices. More recently some German firm has developed such sound amplification devices for detecting the insect inside the trunk.
Pheromone trapping techniques
Much before the identification and synthesis of the male aggregation pheromone of R. ferrugineus preliminary studies were conducted for the presence of sex pheromones in the RPW in India (CPCRI). As the techniques used were not advanced the results could not be used.
The male aggregation pheromone of RPW synthesized by the Canadian researchers was extensively field tested in 1990s in the Gulf countries especially the Kingdom of Saudi Arabia. I had the privilege of conducting a large number of field trials and developed methods for the use of pheromone traps and integrate them in the IPM.
In India also the same pheromone lures were field tested and best trap was developed for attracting the optimum number of adult weevils. The trials involved the development of the best trap design, trap height, food source, and the trap density (Vidyasagar et al, 2001 unpublished). The last item mentioned here the trap density is very important for a successful campaign with trapping. We were able to suggest the best trap density in coconut gardens.
At present many labs are involved in the development of pheromone lures indigenously.
Bibliography
Abraham, V.A., K.M. Abdulla Koya, and Chandy Kurian. (1975). Evaluation of seven insecticides for control of red palm weevil Rhynchophorus ferrugineus Fabr. J. Plantation Crops. 3:71-72.
Anonymous (1988) CPCRI Annual Report for the year 1987.
Anonymous (1989). CPCRI Annual Report for the year 1988.
Eknayake, U.B.M. (1970). Report of the crop protection officer. 1969. In Ann. Report. C.R.I. Ceylon Coconut Q. 21:56-59.
Fletcher, T.B. (1914). Some South Indian insectrs. Govt. Prss. Madras.
Fletcher, T.B. (1917). ferrugineus Proc. II. Ent. Mtg. Pusa.
Fletcher, T.B. (1919). Rhynchophorus ferrugineus Proc. III. Ent. Mtg. Pusa.
Gosh, C.C. (1912). The rhinoceros beetle and red or palm weevil. Mem.Department of Agriculture, India II.
Kloft, W.J., E.S. Kloft, P. Kanagaratnam, P. and J.L.J.G. Pinto. (1986). Studies on the use of radio isotopes for the control of the red palm weevil, Rhynchophorus ferrugineus F. by the sterile insect technique1. Preliminary investigations on the detection of radio labeled weevils. Cocos, 4:11-17.
Kloft, W.J., J. Koerner and E. Wolfram. (1986). Studies on the use of radioisotopes for the control of the red palm weevil Rhynchophorus ferrugineus F. by the sterile male insect techniques. Cocos. 4:19-22.
Lefroy, H.M. (1906). The more important insects injurious to Indian agriculture. Govt. Press, Calcutta.
Lever, R.J.A.W. (1979). Pest of the coconut palm. FAO Plant Production and Protection Series No.18. pp.190.
Madan Mohan Lal (1917). Report of Assistant Professor of Entomology, Dept. Agri., Punjab for year ended 30th June 1917.
Maharaj, S. (1965). A new design for collecting the palm weevil, Rhynchophorus palmarum L. Trop. Agric. (Trinidad). 42: 373-375.
Mathen, K. and C. Kurian (1962). Comparative efficacy of different insecticides on Rhynchophorus ferrugineus F. p464. In Proceedings of the First conference of Coconut Research Workers in India, 1959. Indian Central coconut committee, Ernakulam.
Mathen, K. and C. Kurian (1967). Insecticidal trials against Rhynchophorus ferrugineus Fabr. (Curculionidae, Coleoptera), the red weevil of coconut, Indian J. Agric. Sci. 37: 521-523.
Meckanna, J. (1918). Report on the progress of agriculture in India for the year 1916-17. Govt. Press, Calcutta.
Nirula, K.K. (1956a). Investigation on the pests of coconut palm. Part IV. Rhynchophorus ferrugineus F. Indian Coconut Journal. No.9: 229-247.
Nirula, K.K. (1956b). Investigation on the pests of coconut palm. Part IV. Rhynchophorus ferrugineus F. Indian Coconut Journal. No.10:28-44.
Nirula, K.K. Antony, J., and Menon, K.P.V. (1953). The palm weevil and its control. Proc. 40th Indian Science Congress.
Rao, P.V. Subba, T.R. Subramanian, and E.V. Abraham, (1973). Control of red palm weevil on coconut, J. Plantation Crops 1: 26-27.
Venkitasubban, C.S. (1936). Pests of coconut palm. Dept. Agri. Ento. Scr. Bull. Cochin.
Vidyasagar, P.S.P.V. and S. Keshava Bhat. (1991). Pest management in coconut gardens. Journal of Plantation Crops 19(2):163-182.
Vidyasagar, P.S.P.V., B.M. Mohammed Basheer, and K.Subaharan, 2001. Bioefficacy of pheromone-based trapping for Red Palm Weevil, Rhynchophorus ferrugineus Oliv. management in coconut gardens. (communicated).
Πρόσφατη μελέτη για τον Δάκο
ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΧΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΧΗΜΑΤΙΚΩΝ ΠΑΓΙΔΩΝ ΜΕ ΕΛΚΥΣΤΙΚΑ ΤΡΟΦΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΑΚΟΥ (Bactrocera oleae GMEL.) ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ
Εμμανουήλ Ροδανάκης1 και Ελευθέριος Αλυσσανδράκης2
1Τμήμα Φυτικής Παραγωγής, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Α.Τ.Ε.Ι. Κρήτης
2Εργαστήριο Γεωργικής Εντομολογίας & Φαρμακολογίας, Τμήμα Φυτικής Παραγωγής, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Α.Τ.Ε.Ι. Κρήτης
Περίληψη
Ο δάκος της ελιάς (Bactrocera oleae, Diptera: Tephritidae) θεωρείται το καταστρεπτικότερο έντομο της ελαιοκομίας επειδή προξενεί μεγάλες ζημιές, τόσο ποσοτικές, όσο και ποιοτικές. Η πάγια τακτική που ακολουθείται για την καταπολέμηση του δάκου αφορά σε ψεκασμούς με χημικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Στην παρούσα εργασία αξιολογείται η δυνατότητα αντιμετώπισης του δάκου με παγίδες διαφόρων τύπων: χρωματικές, σχηματικές και συνδυασμός αυτών με τροφικά ελκυστικά.
Αναφορικά με τις παγίδες χρώματος, το κίτρινο χρώμα ελκύει περισσότερο τους αρσενικούς δάκους, ενώ το πράσινο τους θηλυκούς. Επίσης, το σφαιρικό και το ορθογώνιο είναι τα δύο σχήματα που ελκύουν περισσότερο τους δάκους σε σχέση με άλλα γεωμετρικά σχήματα που δοκιμάστηκαν. Η αποτελεσματικότητα βελτιώνεται δραματικά όταν το χρώμα και σχήμα μιας παγίδας συνδυάζεται με κάποιο ελκυστικό τροφής, όπως υδρολυμένη πρωτεΐνη ή αμμωνία. Τα καλύτερα αποτελέσματα για τις συνθήκες της Μεσογείου επιτυγχάνονται με τις παγίδες ECO-TRAP και ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ, οι οποίες συνδυάζουν μια πράσινη, ορθογώνια παγίδα με τα κατάλληλα τροφικά ελκυστικά και το εντομοκτόνο επαφής δελταμεθρίνη.
1. Εισαγωγή
Ο δάκος της ελιάς (Bactrocera oleae, Diptera: Tephritidae) θεωρείται το καταστρεπτικότερο έντομο της ελαιοκομίας (εικόνα 1). Προξενεί μεγάλες οικονομικές ζημιές που κυμαίνονται από 20% έως 50% της συνολικής παραγωγής στις ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Μεσογείου. Το έντομο προσβάλλει τους καρπούς και, εκτός από τις απώλειες που προκαλεί με την πρώιμη καρπόπτωση, ζημιώνει την παραγωγή γιατί κατατρώγει τη σάρκα και υποβαθμίζει την ποιότητα του ελαιολάδου. Οι ζημιές σε ελαιόκαρπο που προορίζεται για κονσερβοποίηση μπορεί να είναι σοβαρές. Αλλά κυρίως οι ζημιές του ελαιόκαρπου μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην ποιότητα και ποσότητα του παραγόμενου λαδιού.

Εικόνα 1. Ακμαίο θηλυκό του δάκου.
Το έντομο πολλαπλασιάζεται ταχύτατα λόγω της μεγάλης γονιμότητας των θηλυκών και δίνει πολλές γενιές το χρόνο (3 έως 6). Διαχειμάζει στο στάδιο της νύμφης στο έδαφος και ως προνύμφη ή ακμαίο σε καρπούς που παραμένουν το χειμώνα στα δέντρα της ελιάς. Έντονες εστίες προσβολής δάκου παραμένουν οι περιοχές όπου υπάρχουν αγριελιές καθώς και ποικιλίες που η συγκομιδή του καρπού συνεχίζεται μετά τα Χριστούγεννα ως την Άνοιξη (Λιανολιά, Κερκύρας, Χονδρολιά Κρήτης κ.ά.).
Το γονιμοποιημένο θηλυκό γεννά και εναποθέτει τα αυγά του στους καρπούς της νέας σοδειάς μετά τη σκλήρυνση του πυρήνα (Αύγουστος), συνήθως ένα ανά καρπό. Το νύγμα του θηλυκού πάνω στον καρό είναι χαρακτηριστικό (εικόνα 2). Κάθε θηλυκός δάκος γεννά κατά μέσο όρο 150 αυγά. Οι προνύμφες, που προέρχονται από την εκκόλαψη των αυγών, ανοίγουν στοές και κατατρώγουν τη σάρκα του καρπού (εικόνα 3) που πέφτει πριν ολοκληρωθεί η ελαιογένεση και η ωρίμανσή του. Κάθε προνύμφη περνά από το στάδιο της πλαγγώνας και μεταμορφώνεται σε ακμαίο έντομο. Την προσβολή του καρπού από το δάκο ακολουθεί δευτερογενής προσβολή από μύκητες (Macrophoma sp.) που προκαλούν τη γνωστή «ξεροβούλα» της ελιάς και υποβαθμίζει την ποιότητα του καρπού, ιδιαίτερα στις βρώσιμες ελιές. Υποβαθμισμένη είναι επίσης και η ποιότητα του λαδιού (μεγάλη οξύτητα) που παράγεται από λαδολιές με προσβολή δάκου.
Εικόνα 2. Νύγματα δάκου σε ελιές.
Εικόνα 3. Προσβολή σε καρπό.
Η καταπολέμηση του δάκου στηρίζεται στη χρήση διαφόρων εντομοκτόνων και γίνεται, είτε προληπτικά με πρωτεϊνούχα δολωματικά ραντίσματα που περιέχουν ένα εντομοκτόνο (οργανοφωσφορικό), είτε με καθολικό θεραπευτικό ράντισμα με πλήρη κάλυψη των ελαιοδέντρων με το κατάλληλο εντομοκτόνο (οργανοφωσφορικά). Με τα προληπτικά ραντίσματα επιδιώκεται να θανατωθούν τα ενήλικα πριν αποθέσουν τα αυγά τους στον καρπό, ενώ με τα θεραπευτικά ραντίσματα επιδιώκεται η θανάτωση των προνυμφών που ήδη βρίσκονται μέσα στη σάρκα. Οι ψεκασμοί γίνονται με τα κατάλληλα εντομοκτόνα, σε συνδυασμό με διάφορες προσελκυστικές ουσίες και επαναλαμβάνονται ανάλογα με τον πληθυσμό των ακμαίων που εκτιμάται με σύλληψή τους σε δίκτυο δακοπαγίδων. Οι ψεκασμοί γίνονται με τη φροντίδα του κράτους που έχει συγκροτήσει ειδική υπηρεσία σε κάθε περιοχή (ελαιοταμεία). Ψεκασμοί γίνονται και από μεμονομένους παραγωγούς. Κατά την περίοδο συγκομιδής αποφεύγονται οι ψεκασμοί με λιποδιαλυτά εντομοκτόνα που αφήνουν τοξικά υπολείμματα στο λάδι. Για τις βρώσιμες ελιές, που πρέπει να είναι απαλλαγμένες από δακοπροσβολή, η μόνη μέθοδος που δίνει καλά αποτελέσματα είναι τα πρωτεϊνούχα δολώματα.
Προσπάθειες που έγιναν με τη μέθοδο του στείρου αρσενικού δεν απέδωσαν, ενώ σε πειραματικό στάδιο βρίσκεται η βιολογική καταπολέμηση με τη χρήση παρασίτων του δάκου.
Σήμερα, οι σύγχρονες απαιτήσεις των καταναλωτών, αλλά και οι αυστηρές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την παραγωγή προϊόντων χωρίς υπολείμματα χημικών φυτοπροστατευτικών προϊόντων, οδηγούν στη χρήση βιολογικών μεθόδων καταπολέμησης του δάκου, με απαραίτητη προϋπόθεση τη μη χρήση χημικών ουσιών. Έτσι, τη σκυτάλη από τις χημικές ουσίες δείχνουν ότι παίρνουν οι δακοπαγίδες, οι οποίες έχουν στόχο τη μαζική παγίδευση του εντόμου. Υπάρχουν πολλοί τύποι παγίδων που έχουν ανακαλυφθεί και κυκλοφορούν ήδη στην αγορά, άλλες αρκετά και άλλες λιγότερο αποτελεσματικές.
Στην παρούσα εργασία θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε κατά πόσο θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικός ο συνδυασμός των χρωματικών και σχηματικών παγίδων με ελκυστικά τροφής για την παγίδευση του δάκου της ελιάς.
2. Χρωματικές παγίδες
Οι χρωματικές παγίδες αρχικά (από το 1954) χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση πληθυσμών σε είδη του Rhagoletis και μετά για έλεγχο του Rhagoletis cerasi και Rhagoletis pomonella. Για το δάκο, το 1973 οι Girolami & Cavaloro κατέληξαν ότι οι κίτρινες φθορίζουσες παγίδες ήταν πιο ελκυστικές από άλλα χρώματα (εικόνα 4).
Εικόνα 4. Κίτρινη κολλητική παγίδα σε ελιά.
Από μελέτες που πραγματοποιήθηκαν (Prokopy et al, 1975), δοκιμάστηκαν πολλά διαφορετικά χρώματα και υλικά για να διαπιστωθεί ποια από αυτά προσελκύουν περισσότερο το δάκο. Τα υλικά που ελέγχθηκαν ήταν: φωτεινού, μεσαίου και βαθύ πορτοκαλί, πράσινο, γκρί, κόκκινο, μπλε, μαύρο, λευκό, αλουμινόχαρτο, μικρές, μεσαίες ή σκληρές αποχρώσεις του κίτρινου, καθαρό πλεξιγκλάς και την κορυφή ή την κατώτατη επιφάνεια των φύλλων της ελιάς που είναι κολλημένα στα ορθογώνια. Κατέληξαν ότι οι δάκοι απαντούν στο κίτρινο σαν θετική προσέλκυση, πρωτίστως στην απόχρωση και όχι στην ένταση του κίτρινου. Επίσης, ανακαλύφθηκε ότι οι δάκοι είναι ιδιαίτερα ελκυόμενοι από αυτές τις κιτρινωπές αποχρώσεις που έχουν ενσωματωμένες τις συνδυασμένες ιδιότητες του υψηλότερου ποσού φωτεινής αντανάκλασης ανάμεσα σε 520-580nm.
Μία άλλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε (Economopoulos, 1977) έδειξε ότι ο ενήλικος πληθυσμός του δάκου, όπως μετρήθηκε από παγίδες Mc Phail με δόλωμα πρωτεΐνης, ήταν πολύ μεγαλύτερος στους ελαιώνες που δεν είχαν ληφθεί μέτρα φυτοπροστασίας απ’ ότι στους ελαιώνες που είχαν τοποθετηθεί κίτρινες παγίδες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα αρσενικά ίσως ελκύονταν περισσότερο από τις κίτρινες παγίδες απ’ότι τα θηλυκά. Οι θηλυκοί δάκοι έδειξαν προτίμηση στις παγίδες φύλλων πλαστικού και βαθυπράσινου χρώματος. Επίσης, όταν το ελκυστικό στις παγίδες Mc Phail ήταν 2% θειική αμμωνία ή μόνο νερό, η προσθήκη φθοριζόμενου κίτρινου χρώματος απέφερε περισσότερες συλλήψεις.
Όμως, αξίζει να σημειωθεί σαν αρνητικό στοιχείο γενικότερα για τις χρωματικές παγίδες, αλλά ειδικότερα για τις κίτρινες παγίδες ότι έλκουν ωφέλιμα, κυρίως παρασιτοειδή και αρπακτικά κοκκοειδών της ελιάς (Nekenschwander, 1982).
3. Σχηματικές παγίδες
Στα φυτοφάγα ημερόβια έντομα, τα οπτικά ερεθίσματα ίσως παίζουν σημαντικό ρόλο στην τοποθεσία των φυτών στα οποία θα εγκατασταθούν και στους ουσιαστικούς πόρους που θα βρουν όπως, το φαγητό, το ζευγάρωμα και ο τόπος εναπόθεσης των αυγών τους. Αυτό είναι ιδιαίτερα αληθές και για τα καρποφάγα έντομα της οικογένειας Tephritidae όπως το δάκο. Τα σφαιρικά αντικείμενα τα οποία μοιάζουν με τους καρπούς της ελιάς είναι ελκυστικά για ένα μεγάλο αριθμό δάκων, με αποτέλεσμα, οι σφαίρες, συνοδευόμενες από ελκυστικές ουσίες, να έχουν βρει εφαρμογή στον έλεγχο και την παρακολούθηση ορισμένων ειδών εντόμων.
Σε πείραμα που πραγματοποιήθηκε (Prokopy & Haniotakis, 1976), βρέθηκε ότι οι μαύρες σφαίρες διαμέτρου 2,5 cm ήταν περισσότερο ελκυστικές από τα μαύρα ορθογώνια της ίδιας επιφάνειας, και ότι οι μαύρες σφαίρες διαμέτρου 7,5 cm ήταν περισσότερο ελκυστικές από τις μικρότερης διαμέτρου σφαίρες (εικόνα 5). Οι κίτρινες, οι κόκκινες, οι πορτοκαλί και οι μαύρες σφαίρες παγίδευσαν σημαντικά περισσότερους αρσενικούς δάκους απ’ ότι οι πράσινες σφαίρες, ενώ οι μπλε και οι λευκές σφαίρες παγίδευσαν τους μικρότερους αριθμούς δάκων. Οι κόκκινες, οι πορτοκαλί και οι μαύρες σφαίρες παγίδευσαν σημαντικά περισσότερους θηλυκούς δάκους απ’ότι οι πράσινες και οι κίτρινες, ενώ πάλι οι μπλε και οι λευκές σφαίρες παγίδευσαν τους μικρότερους αριθμούς δάκων. Οι πράσινες και οι μπλε σφαίρες συνέλαβαν παρόμοια νούμερα αρσενικών και θηλυκών δάκων, ενώ τα λιγότερο αποτελεσματικά νούμερα εδώσαν οι μπλε και οι λευκές σφαίρες και για τα δύο φύλα.
Εικόνα 5. Σφαιρική σχηματική παγίδα.
Η υψηλή ελκυστικότητα των μάυρων σφαιρών, οι οποίες είναι οι λιγότερο φωτεινές και αντανακλαστικές σε όλη τη φασματική περιοχή που εξετάστηκε, μπορεί να οφείλεται σε ορισμένες μεταβλητές που δεν αξιολογήθηκαν, όπως είναι η αντίθεσή τους με το φόντο και η χρωματική τους ομοιότητα με τις ώριμες ελιές. Αντιθέτως, η χαμηλή ελκυστικότητα των λευκών σφαιρών, οι οποίες είναι φωτεινότερες, μπορεί να οφείλεται στην υψηλή αντανακλαστικότητά τους μέσα στην αποκρουστική για το δάκο ζώνη των 400-500nm. Αυτή η μελέτη δείχνει ξεκάθαρα ότι το χρώμα έχει έντονες επιπτώσεις στην προσγείωση και των δύο φύλων του Bactrocera oleae στις σφαίρες, αν και παρέχει μόνο τις δοκιμαστικές ενδείξεις σχετικά με τον τρόπο διάκρισης του χρώματος και το κίνητρο των ανταποκρινόμενων δάκων. Οι κόκκινες σφαίρες, ιδιαίτερα, συλλαμβάνουν σχεδόν τρεις φόρες περισσότερα θηλυκά από το ευρέως χρησιμοποιούμενο δόλωμα θειικής αμμωνίας που εφαρμόζεται στις παγίδες Mc Phail.
Η στατιστική συνιστά αυστηρά ότι τα καρποφάγα έντομα της οικογένειας Tephritidae επιλέγουν καρπούς-ξενιστές πρωτίστως με βάση το σχήμα και το μέγεθος του καρπού και σε μικρότερο βαθμό με βάση τις χρωματικές του ιδιότητες, με τα κυρτά αντικείμενα (όπως οι σφαίρες) να προτιμώνται από άλλα σχήματα. Για το Bactrocera oleae ιδιαίτερα, αναφέρθηκε ότι ανάμεσα σε αντικείμενα με συγκρίσιμη περιοχή επιφάνειας, οι σφαίρες και τα σχήματα που μοιάζουν με καρπό ελιάς ήταν τα πιο ελκυστικά.
4. Συνδυασμοί με ελκυστικά τροφής
Οι παγίδες χρώματος έχουν μικρή ελκυστικότητα και για το λόγο αυτό χρειάζεται υψηλή πυκνότητα παγίδων για τον αποδεκτό έλεγχο. Αυτό κάνει τη μέθοδο μη πρακτική για την πλειοψηφία των εφαρμογών και επιβλαβή για τα ωφέλιμα έντομα. Κατά συνέπεια, επιδιώχθηκε αύξηση της αποτελεσματικότητα της παγίδας με συνδυασμούς με ελκυστικό, π.χ. συνδυασμός οπτικών και οσμηρών ελκυστικών. Όμως, κατά την εφαρμογή αυτών των συνδυασμών (π.χ. κολλητικές κίτρινες παγίδες σε συνδυασμό με τροφικά ελκυστικά), παρουσιάστηκε το πρόβλημα ότι γέμιζε η επιφάνεια της παγίδας με έντομα και δεν χωρούσε περισσότερα, με αποτέλεσμα να μη λειτουργεί η παγίδα μετά από λίγες μέρες αν δεν αλλαχθεί ή δεν καθαριστεί. Μια εναλλακτική μέθοδος αντί του καθαρισμού ή αντικατάστασης των παγίδων είναι η χρήση μακράς διάρκειας εντομοκτόνου πάνω στην επιφάνεια της παγίδας αντί για κολλώδες υλικό, κι επομένως, με αυτόν τον τρόπο, η επιφάνεια της παγίδας είναι καθαρή και συνεχώς υψηλής αποτελεσματικότητας (Economopoulos et al., 1986). Η μέθοδος αυτή έχει μπει για τα καλά τα τελευταία χρόνια στη βιολογική καταπολέμηση του δάκου και έχει εξαιρετικά αποτελέσματα σαν μέσο μαζικής παγίδευσης.
· Η ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ της Ε.Θ. Φιτσάκης, αποτελείται από έναν πράσινο φάκελο του οποίου η εξωτερική επιφάνεια φέρει σε ομοιόμορφη κατανομή δελταμεθρίνη, που δρα ως εντομοκτόνο επαφής. Ο φάκελος χωρίζεται στη μέση σε δύο διαμερίσματα, όπου στο ένα υπάρχει ελκυστικό τροφής σε υγρή μορφή (ειδικής σύνθεσης πρωτεϊνούχο Gel) και στο άλλο υπάρχει επίσης ελκυστικό τροφής, αλλά σε στερεή μορφή (αμμωνία). Κάνοντας μία μικρή τρύπα στο κάθε διαμέρισμα του φακέλου πετυχαίνουμε βραδεία εξάτμιση των ελκυστικών κι έτσι η παγίδα είναι αποτελεσματική για 6 μήνες.
Όπως προαναφέρθηκε, αυτοί οι τύποι παγίδων μπορούν να αποτελέσουν από μόνες τους αυτοδύναμη μέθοδο φυτοπροστασίας. Σε αντίθεση, δηλαδή, με άλλες καλλιέργειες στις οποίες είναι σχεδόν ακατόρθωτο να συμβεί κάτι τέτοιο, στην καλλιέργεια της ελιάς, η καταπολέμηση του δάκου μπορεί να γίνει αποκλειστικά και μόνο με τη χρήση μίας εκ των δύο παγίδων αυτών και μάλιστα με πολύ θεαματικά αποτελέσματα, χωρίς να χρειαστεί ουδεμία επέμβαση με χημικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Έτσι, η χρήση των παγίδων αποδεικνύεται επαναστατική για τον παραγωγό, τον καταναλωτή και το περιβάλλον επειδή: α) ο παραγωγός αποφεύγει το εργατικό και υλικό κόστος των ψεκασμών που σε σχέση με το κόστος των παγίδων είναι διπλάσιο έως τριπλάσιο, β) ο καταναλωτής απολαμβάνει ελαιόλαδο ή βρώσιμες ελιές που δεν έχουν καθόλου χημικά υπολείμματα, άρα είναι υγιεινά και γ) το περιβάλλον δεν επιβαρύνεται με χημικά υπολείμματα, ενώ δεν σκοτώνονται οι ωφέλιμοι οργανισμοί και δε διαταράσσεται η ισορροπία του οικοσυστήματος.
5. Συμπεράσματα
Αναφορικά με τις παγίδες χρώματος, το κίτρινο χρώμα ελκύει περισσότερο τους αρσενικούς δάκους, ενώ το πράσινο τους θηλυκούς. Επίσης, το σφαιρικό και το ορθογώνιο είναι τα δύο σχήματα που ελκύουν περισσότερο τους δάκους σε σχέση με άλλα γεωμετρικά σχήματα που δοκιμάστηκαν. Η αποτελεσματικότητα βελτιώνεται δραματικά όταν το χρώμα και σχήμα μιας παγίδας συνδυάζεται με κάποιο ελκυστικό τροφής, όπως υδρολυμένη πρωτεΐνη ή αμμωνία. Τα καλύτερα αποτελέσματα για τις συνθήκες της Μεσογείου επιτυγχάνονται με ΔΑΚΟ-ΦΑΚΑ, οι οποίες συνδυάζουν μια πράσινη, ορθογώνια παγίδα με τα κατάλληλα τροφικά ελκυστικά και το εντομοκτόνο επαφής δελταμεθρίνη